Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Οικολογική προσέγγιση στην ανάπτυξη;

Οι παραδοσιακές πολιτικές ανάπτυξης, είτε στηρίζονται στον κλασσικό είτε στο νέο φιλελευθερισμό, δεν συνιστούν επαρκή ανταπόκριση στις προκλήσεις με τις οποίες σήμερα είμαστε αντιμέτωποι, και δεν σχετίζονται με τις προϋποθέσεις αναζήτησης ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου σε βιώσιμη κατεύθυνση. (…)

Οι αγορές δεν είναι φυσικοί θεσμοί και επομένως δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνες τους με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. (…)

Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας θετικής πολιτικής, που ορίζει κοινωνικές, περιβαλλοντικές και ηθικές συντεταγμένες στις αγορές αποδεχόμενη μείωση του χρηματοοικονομικού κέρδους, δηλαδή του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι η προώθηση των λεγόμενων κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων, δηλαδή των χρηματοοικονομικών επενδύσεων που πραγματοποιούνται με βάση αυτά τα κριτήρια: διατήρηση και αύξηση της απασχόλησης, σεβασμός περιβάλλοντος και ηθικοί κανόνες διακυβέρνησης. (…)

Η κατάρρευση της παιδείας, της υγείας και του συνταξιοδοτικού συστήματος στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα, οφείλεται στη συρρίκνωση του ρόλου της εργασίας και στην υπέρτατη ανάγκη μόχλευσης των διαθέσιμων οικονομικών πόρων για την αύξηση της έντασης κεφαλαίου, που είναι απαραίτητη για την εδραίωση της Οικονομίας της Γνώσης.
Οι επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία, ενώ ακούγονται εύηχα, στην ουσία αυξάνουν την ένταση κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας και εντάσσονται στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο. (…)

Η τεχνολογία και αν ακόμη είναι σε θέση να διευρύνει τη φέρουσα χωρητικότητα του πλανήτη, και να καταστήσει έτσι την οικονομική μεγέθυνση απεριόριστη, σήμερα γνωρίζουμε ότι η προσφυγή σε αυτήν, απλά αναβάλλει το πρόβλημα, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την επίλυσή του: αφενός γιατί πολυπλοκοποιεί ακόμη περισσότερο το οικονομικό σύστημα, καθιστώντας έτσι πιο ευάλωτες τις κοινωνικές δομές και την ανάπτυξη (βλ. κρίση) και απαιτώντας την άσκηση ενός ακόμη μεγαλύτερου πολιτικού ελέγχου σε αυτές (βλ. ανάπτυξη κυβερνοσφαίρας και σύγχρονα ΜΜΕ) και αφετέρου, οδηγεί σε λύσεις, που έχουν ολοένα και μεγαλύτερο κόστος.

Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο το κείμενο:

ΕΙΝΑΙ Η «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ» ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ;

Χάρη Τοπαλίδη, Οικονομολόγου

Συνηθίσαμε να θεωρούμε τη μεγέθυνση της οικονομίας, στο σύγχρονο πολιτισμό μας σαν μία σχεδόν φυσική διαδικασία, που δεν γνωρίζει όρια και τη διαρκή άνοδο του επιπέδου ζωής σαν μία νομοτέλεια που, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα, επιβάλλεται από τους νόμους της ιστορικής εξέλιξης και καθορίζει το μέλλον των γενεών άρα, τόσο το δικό μας όσο και των απογόνων μας.
Η πεποίθησή μας αυτή, γαλουχημένη από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη μας στις ανεξάντλητες δυνατότητες της τεχνολογίας και την εύλογη προσδοκία μας ότι θα μοιραστούμε και εμείς τους καρπούς της ανάπτυξης που φέρνει η τεχνολογία, συνέδεσε την τεχνολογική εξέλιξη με την οικονομική ανάπτυξη και ταύτισε την τελευταία με την πρόοδο.
Η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, μας καλεί να αναρωτηθούμε αν πρέπει να διατηρήσουμε την αφοσίωσή μας σε αυτό το όραμα της προόδου, που συλλογικά και διαχρονικά οικοδομήσαμε, ή αν αντίθετα πρέπει να το αναθεωρήσουμε, εγκαταλείποντας το βόλεμά μας σε αυτές τις χρόνιες βεβαιότητες και αναζητώντας ένα νέο νόημα της προόδου. Ίσως αναρωτηθείτε, πως συνδέεται η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση με ένα τέτοιο δίλημμα; Εξηγούμεθα αμέσως:

Η σημερινή κρίση, όπως εκδηλώνεται ως ένα κατ’ εξοχήν οικονομικό φαινόμενο που φαίνεται να έχει τις ρίζες του στη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, συνίσταται στην είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε μια περίοδο ύφεσης. Δηλαδή σε μια περίοδο παρατεταμένης αναστολής και συρρίκνωσης της οικονομικής ανάπτυξης, που έχει σημαντικές επιπτώσεις στο υλικό επίπεδο διαβίωσης παγκόσμια, δηλαδή στη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης. Είναι επομένως κρίση της πορείας της οικονομικής ανάπτυξης και ειδικότερα της βιωσιμότητάς της, στο σύγχρονο εννοιολογικό περιεχόμενό της, δηλαδή στον σύγχρονο τύπο της εξέλιξής της. Ο σύγχρονος τύπος της εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης, είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται σήμερα οι οικονομικές εξελίξεις και παράγουν το σύγχρονο μοντέλο ανάπτυξης.

Άρα σε αυτόν θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο τα αίτια, όσο και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης, και ειδικότερα στη συγκρότηση των συστατικών του στοιχείων. Η συγκρότηση αυτή, αποκαλύπτοντας το αναπτυξιακό πρόταγμα που ο τύπος αυτός υπηρετεί, υποδεικνύει τις κύριες παραμέτρους από την οποία εξαρτάται η βιωσιμότητά του. Ποια είναι, π.χ., από άποψη σημασίας, η θέση των παραγωγικών συντελεστών, κεφαλαίου, εργασίας, τεχνολογικής γνώσης, μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, στο σύγχρονο αναπτυξιακό μοντέλο; Είναι η ένταση κεφαλαίου, που συνεπάγεται αυτή η διάθρωση των παραγωγικών συντελεστών, διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα στην παραγωγική διαδικασία, και τι συνεπάγεται η διατήρησή της για τη βιωσιμότητα της οικονομικής, της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής συνιστώσας της ανάπτυξης; Μόνο μία τέτοια συνολική θεώρηση του σύγχρονου μοντέλου ανάπτυξης, θα μας επιτρέψει τότε, να καθορίσουμε με ασφάλεια το χαρακτήρα της κρίσης καθώς και να διατυπώσουμε με αξιοπιστία μία πρόταση υπέρβασή της, που παρεμβαίνοντας σε αυτή τη συγκρότηση, θα τροποποιεί το μοντέλο ανάπτυξης που παρήγαγε τη σημερινή κρίση.

Στο πλαίσιο αυτό, μία πρόταση ποιοτικής υπέρβασης της κρίσης, είναι μία εναλλακτική στρατηγική ανάπτυξης, που εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης, στο νέο τύπο της εξέλιξής της. Δηλαδή εξασφαλίζει τη διαχείριση της πορείας της οικονομικής ανάπτυξης, στο σύγχρονο περιεχόμενό της, με κριτήριο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της, δηλαδή τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του επιπέδου διαβίωσης σε υψηλά επίπεδα. Λόγω της αναγόρευσης αυτού ακριβώς του κριτηρίου, ως κριτηρίου διεύθυνσης της πορείας της οικονομικής ανάπτυξης, και των πολιτικών που υπαγορεύονται για την κατεύθυνσή της σε αυτό τον στόχο, που διαφοροποιούνται ποιοτικά από τις ακολουθούμενες μέχρι σήμερα πολιτικές ανάπτυξης, η πρόταση αυτή χαρακτηρίζεται σε αυτή την ομιλία, οικολογική.

Ο τύπος της εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης στον οποίο μεταβαίνουμε σήμερα, είναι ποιοτικά διαφορετικός από αυτόν της βιομηχανικής εποχής, υποδηλώνοντας μία μετάβαση από τη βιομηχανική, στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης. Η ποιοτική αυτή διαφοροποίηση, τοποθετείται στη ρύθμιση των θεμελιακών αντιθέσεων στη συγκρότησή του και ειδικότερα στη νέα ιεράρχηση που επιβάλλεται, από άποψη σημασίας, στο ρόλο των παραγωγικών συντελεστών στην παραγωγική διαδικασία και σε ένα υψηλότερο, ποιοτικά και ιστορικά, επίπεδο της έντασης κεφαλαίου, που συνεπάγεται αυτή η ιεράρχηση για την παραγωγική διαδικασία. Η αιτία αυτής της διαφοροποίησης, τοποθετείται στην εκδήλωση μιας νέας τεχνολογικής επανάστασης, στην πληροφόρηση και τις επικοινωνίες, που κατέστησε τεχνικά εφικτή, αφενός, την παγκοσμιοποίηση, και, αφετέρου, τη δυνατότητα αντιμετώπισης του ανυπέρβλητου προβλήματος που έθεσε στο βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης, η μείωση που παρατηρήθηκε στην εισροή του σπάνιου πόρου της βιομηχανικής οικονομίας κατά τα τέλη της δεκαετίας, δηλαδή των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, όπως αποτυπώθηκε στην αύξηση τους κόστους απόσπασής τους και στις δύο διεθνείς πετρελαϊκές κρίσεις.

Πράγματι, η συγκρότηση του νέου τύπου της εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης, αυτή την αναγκαιότητα υπηρετεί, μέσω της εδραίωσης και διάχυσης της Οικονομίας της Γνώσης: με στρατηγική επιλογή την ιεραρχική αναβάθμιση της τεχνολογικής γνώσης στην παραγωγική διαδικασία, σε σχέση με τους άλλους παραγωγικούς συντελεστές (κεφάλαιο, εργασία, φυσικοί πόροι) και την ανάδειξή της σε ατμομηχανή της ανάπτυξης, αποσκοπεί στη μείωση της περιεκτικότητας σε φυσικούς πόρους, των προϊόντων που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη φυσικούς πόρους (έντασης κεφαλαίου) και μάλιστα με μία σχέση αντιστρόφως ανάλογη της έντασης κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας. Δηλαδή στο νέο τύπο της εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης, όσο περισσότερο αυξάνεται η ένταση κεφαλαίου, τόσο μεγαλύτερη είναι η μείωση της περιεκτικότητας των προϊόντων έντασης κεφαλαίου, σε φυσικούς πόρους. Η επίτευξη του σκοπού αυτού προϋποθέτει δηλαδή, ένα ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο έντασης κεφαλαίου, υψηλότερο από αυτό της βιομηχανικής οικονομίας, το οποίο μάλιστα πρέπει διαρκώς να αυξάνεται.

Η υψηλότερη ένταση κεφαλαίου των παραγωγικών διαδικασιών και η αναγκαιότητα διαρκούς αύξησής της, επιβάλλεται από τη στροφή των επενδύσεων κεφαλαίου, από παραγωγικές, δηλαδή επενδύσεις σε φυσικό κεφάλαιο, σε επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην Ε&Τ, δηλαδή σε κεφάλαιο γνώσης, που απαιτούν μικρότερη ή μηδενική εισροή φυσικών πόρων σε σχέση με το φυσικό κεφάλαιο. Η στροφή αυτή στις επενδύσεις κεφαλαίου, αναβαθμίζοντας το κεφάλαιο γνώσης στην παραγωγική διαδικασία έναντι του φυσικού κεφαλαίου, αυξάνει συνολικά την ένταση κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό συμβαίνει γιατί ο σχηματισμός του κεφαλαίου γνώσης, προϋποθέτοντας μία μακρά περίοδο έρευνας με αβέβαια έκβαση, υψηλά καταρτισμένο επιστημονικό δυναμικό, υψηλού επιπέδου εγκαταστάσεις έρευνας και τεχνολογίας, καθώς και ένα μηχανισμό διάχυσης των αποτελεσμάτων της, προϋποθέτει μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά κόστη από αυτά που απαιτεί ο σχηματισμός του φυσικού κεφαλαίου.

Με τον τρόπο αυτό, η συνεχής και επιταχυνόμενη παραγωγή τεχνολογίας καθίσταται η θεμελιώδης πηγή για τη μεγέθυνση της οικονομίας και την αύξηση της ευημερίας. Αυτή η μετατόπιση του κέντρου βάρους στην παραγωγική δραστηριότητα, αναδιαρθρώνει ριζικά τους συσχετισμούς μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας, υπέρ του κεφαλαίου και τεχνολογικής γνώσης – φυσικών πόρων υπέρ της τεχνολογικής γνώσης και έχει καθοριστικές επιπτώσεις, σε όλες τις συνιστώσες της οικονομικής ανάπτυξης, όπως αυτές καθορίζονται στο θέμα αυτής της ημερίδας: την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική.

Ειδικότερα η σχέση κεφαλαίου – εργασίας, αποτυπώνεται στη διαρκή υποκατάσταση της εργασίας από μηχανές και τεχνολογικά προϊόντα, λόγω της συνεχούς παραγωγής νέας, αποταμιευτικής εργασίας, τεχνολογίας που μάλιστα αλλάζει με γρήγορο ρυθμό και στην παράλληλη διαρκή αύξηση των επενδύσεων κεφαλαίου γνώσης, λόγω της ανάγκης για τη χρηματοδότηση της τεχνολογίας. Η εισροή κεφαλαίου στην παγκόσμια οικονομία αυξάνεται, ενώ η αύξηση της εισροής εργασίας, μειώνεται. Παράλληλα, η αδιάκοπη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, αυξάνει την απόδοση σε νέα επένδυση κεφαλαίου και μειώνει συνολικά τα εισοδήματα της εργασίας.

Η σχέση γνώσης - φυσικών πόρων, αποτυπώνεται στη μετατόπιση του συγκριτικού οικονομικού πλεονεκτήματος στην παγκόσμια οικονομία, προς την παραγωγική δραστηριότητα έντασης γνώσης. Η μετατόπιση αυτή, αντανακλώντας και τη μη αντιπροσωπευτική, με βάση την πραγματική οικονομική αξία, διαμόρφωση των όρων εμπορίου (των τιμών), υποδηλώνει ότι η αληθινή οικονομική αξία των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων υποβαθμίζεται, ενώ η προστιθέμενη αξία μέσω της έντασης γνώσης αναβαθμίζεται, όπως υποστηρίζεται και από την εμπειρική έρευνα των εμπορικών ροών μεταξύ βιομηχανικών και αναπτυσσόμενων χωρών. Επομένως η τεχνολογική γνώση αναβαθμίζεται ιεραρχικά, ως προς τη σημασία της, έναντι των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων.

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται για να ολοκληρώσουμε το συλλογισμό μας, είναι το εξής: Με ποιο μηχανισμό εξασφαλίζεται στην παγκόσμια οικονομία, η αυξημένη εισροή κεφαλαίου, που απαιτείται στην Οικονομία της Γνώσης, σε σχέση με τη βιομηχανική; Πως, με ποιο τρόπο, το οικονομικό σύστημα αυξάνει την ένταση κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία, για να οδηγηθεί από το βιομηχανικό τύπο εξέλιξης σε αυτόν της παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης;

Ο μηχανισμός αυτός είναι η παγκοσμιοποίηση. Ειδικότερα η παγκοσμιοποίηση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, στο πλαίσιο των πολιτικών νέο-φιλελεύθερης έμπνευσης που την κατευθύνουν, των πολιτικών της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον», σε αυτήν ακριβώς τη λειτουργία αποσκοπεί: στην αύξηση της έντασης κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία, μέσω της ιεραρχικής αναδιάρθρωσης των σχέσεων κεφαλαίου – εργασίας. Η ανάδειξη του κεφαλαίου σε εξέχουσα θέση έναντι της εργασίας, αποτυπώνεται αφενός, στην αναβάθμιση της σημασίας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, του τομέα της οικονομίας που προάγει με ένα ριζικό τρόπο τη μόχλευση κεφαλαίου, δηλαδή του τομέα που αυξάνει την απόδοση σε νέα επένδυση κεφαλαίου. Αφετέρου, στην έλλειψη παγκοσμιοποίησης των αγορών εργασίας, που παραμένουν πεισματικά εθνικές και στην υιοθέτηση πολιτικών, δημοσιονομικής σταθερότητας, μείωσης των δημοσίων δαπανών και εγκατάλειψης του στόχου της πλήρους απασχόλησης, που μειώνουν συγκριτικά, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, όσον αφορά δηλαδή τη συμμετοχή της εργασίας στο συνολικό ακαθάριστο προϊόν, τη θέση της εργασίας στην παραγωγική διαδικασία.
Συμπερασματικά
, η παγκοσμιοποίηση εξασφαλίζει την εδραίωση της Οικονομίας της Γνώσης, από την άποψη της εξασφάλισης στην παραγωγική διαδικασία της απαιτούμενης έντασης κεφαλαίου και της παγκόσμιας διάχυσής της, και η Οικονομία της Γνώσης, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την ένταση κεφαλαίου, μέσω της μείωσης της έντασης φυσικών πόρων στην παραγωγική διαδικασία που αυξάνει την απόδοση σε νέα επένδυση κεφαλαίου, επιταχύνει την παγκοσμιοποίηση.

Με βάση αυτή τη προσέγγιση, η τρέχουσα κρίση, εκδηλώθηκε στο ευαίσθητο σημείο αυτής της οργάνωσης του οικονομικού συστήματος, στο χρηματοοικονομικό σύστημα, στη δομή, δηλαδή η οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει το ρόλο της αύξησης της εισροής κεφαλαίου στην παγκόσμια οικονομία. Η άσκηση αυτού του ρόλου, προϋποθέτει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας αφενός, όσον αφορά την προσέλκυση κεφαλαίων, δηλαδή τη δυνατότητα συγκέντρωσής τους σε παγκόσμια κλίμακα και αφετέρου, όσον αφορά την αδιάκοπη μόχλευσή τους για την επίτευξη διαρκώς μεγαλύτερων αποδόσεων. Δηλαδή συνεπάγεται αλλαγή κατεύθυνσης, από την παραδοσιακή χρηματοδότηση παραγωγικών δραστηριοτήτων (παραγωγής φυσικού κεφαλαίου) σε εθνική κλίμακα, στη σύγχρονη χρηματοδότηση παραγωγής τεχνολογίας (σχηματισμού κεφαλαίου γνώσης), σε παγκόσμια κλίμακα. Η προσέλκυση και η μόχλευση κεφαλαίων σε αυτή την κλίμακα και για αυτό το σκοπό, εμπλέκει τόσο τη δημιουργία μεγάλης ρευστότητας, όσο και τη δημιουργία νέων, περισσότερο σύνθετων χρηματοπιστωτικών εργαλείων που να μπορούν να διαχειριστούν αυτή τη ρευστότητα.

Παράλληλα, ενώ οι εθνικές ρυθμίσεις εποπτείας αυτών των αγορών έχουν καταργηθεί, δεν έχουν αντικατασταθεί από κάποιες άλλες υπερεθνικής εμβέλειας, με αποτέλεσμα οι αγορές χρήματος και κεφαλαίου, να είναι ουσιαστικά αυτορρυθμιζόμενες. Επομένως, η αφορμή της κρίσης, δηλαδή η έκρηξη στις ΗΠΑ της φούσκας των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αντανακλά αφενός, όλες τις συνέπειες του νέου μοντέλου ανάπτυξης στο ρόλο των τραπεζών και ειδικότερα, στη ρευστότητα, στα νέα εργαλεία και πρακτικές καθώς και στην έλλειψη εποπτείας, αυτών των αγορών, και αφετέρου τη βασική αδυναμία του μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας της γνώσης, δηλαδή, την, σε συνθήκες μείωσης του μεριδίου της εργασίας στο συνολικό ακαθάριστο προϊόν, προώθηση ενός μοντέλου υψηλής κατανάλωσης: τότε η πρόσβαση των εργαζομένων, των οποίων η οικονομική θέση έχει μειωθεί δραματικά, σε αυτό μοντέλο κατανάλωσης, εξασφαλίζεται μόνο με δάνεια μειωμένης εξασφάλισης. Η έκταση των ζημιών των τραπεζών που αποκαλύπτεται σήμερα, δείχνει και την έκταση της ψευδούς εικόνας που είχε καλλιεργηθεί, όσον αφορά το δήθεν υψηλό επίπεδο της συνολικής κατανάλωσης, που υποτίθεται ότι αντανακλούσε το υψηλό επίπεδο ευμάρειας, λόγω των υψηλών ρυθμών επέκτασης της οικονομίας. Επομένως, η κρίση είναι σε όλες της τις διαστάσεις κρίση του μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας της γνώσης.

Επανερχόμενη στη νέα ιεράρχηση των παραγωγικών συντελεστών, η αναβάθμιση του κεφαλαίου σε εξέχουσα θέση έναντι της εργασίας και των φυσικών πόρων, συνεπάγεται την πρωτοκαθεδρία της οικονομικής συνιστώσας της ανάπτυξης, έναντι της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής συνιστώσας της. Δηλαδή η κοινωνική και η περιβαλλοντική συνιστώσα, υπάγεται τώρα στους νόμους της μεγέθυνσης της οικονομίας, με αποτέλεσμα, την ανάπτυξη σε αυτές μεγάλων πιέσεων που απειλούν τη βιωσιμότητά τους, και επομένως και τη βιωσιμότητα του τύπου της εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης, ο οποίος τις υπαγορεύει. Οι πιέσεις αυτές γίνονται αντιληπτές σήμερα, υπό τις εξής μορφές:
(α) Στην κοινωνική συνιστώσα, με την υποβάθμιση της εργασίας τόσο ποσοτικά, όσον αφορά τις θέσεις απασχόλησης, όσο και ποιοτικά, όσον αφορά την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και τη συμμετοχή του εισοδήματος της εργασίας στο συνολικό ακαθάριστο προϊόν αλλά και την επίπτωση που έχει η υψηλή εξάρτηση από την τεχνολογία, στην κοινωνική και ψυχολογική διάσταση της συγκρότησης του ατόμου- εργαζόμενου, ως υποκειμένου της εξέλιξης.
(β) Στην περιβαλλοντική συνιστώσα, με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, όπως ενδεικτικά αυτή αποτυπώνεται στην επιβάρυνση της φέρουσας χωρητικότητας του πλανήτη και ιδιαίτερα στη μόλυνση και στην κλιματική αλλαγή.

Επειδή οι πιέσεις αυτές, συνιστούν εντέλει εμπόδια στην απρόσκοπτη εξέλιξη της μεγέθυνσης της οικονομίας, καθίσταται σαφές ότι ο νέος τύπος εξέλιξης της οικονομικής ανάπτυξης, η παγκόσμια οικονομία της γνώσης, διαφοροποιείται από τον βιομηχανικό, όσον αφορά την έγερση εμποδίων στην οικονομική μεγέθυνση. Αυτά τα εμπόδια, που δημιουργούνται από τον ίδιο τον τύπο με τον οποίο μεγαλώνει η οικονομία, δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται η ανάπτυξη, συνιστούν και τις μεγάλες απειλές για τη βιωσιμότητά του. Η διαπίστωση αυτή, επανερχόμενοι στον τίτλο αυτής της ομιλίας, υποδεικνύει και τις δύο προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρεί, μία πρόταση εναλλακτικής στρατηγικής ανάπτυξης για να εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης:

Πρώτον, τη ρύθμιση του σύγχρονου μοντέλου ανάπτυξης, έτσι ώστε να μην αναπτύσσονται, τουλάχιστον σε τέτοια απειλητική ένταση αυτές οι πιέσεις και
Δεύτερον, μια τέτοια ρύθμιση, ισοδυναμεί με τη σταδιακή συνειδητή μείωση της έντασης κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας και επομένως και του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης που αυτή επιβάλλει.

Η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρότασης, επιβάλλει μια ριζικά διαφορετική θεώρηση για το ρόλο της τεχνολογίας, όσον αφορά τη διεύρυνση της φέρουσας χωρητικότητας του πλανήτη και προϋποθέτει μιαν αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων για την εξέλιξη και την πρόοδο, δηλαδή για το τι συνιστά πρόοδο και τι συνιστά εξέλιξη, που μετατοπίζει συνολικά, στη βάση των πολιτιστικών αξιών, την έμφαση, από τη μεγέθυνση στην αυτοσυγκράτηση.

Ειδικότερα, τα συμπεράσματα αυτά υποδηλώνουν, ότι οι παραδοσιακές πολιτικές ανάπτυξης, είτε στηρίζονται στον κλασσικό (ο οποίος σήμερα αποκαλείται, αποπροσανατολιστικά, κοινωνικός) είτε στο νέο φιλελευθερισμό, δεν συνιστούν επαρκή ανταπόκριση στις προκλήσεις με τις οποίες σήμερα είμαστε αντιμέτωποι, και δεν σχετίζονται με τις προϋποθέσεις αναζήτησης ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου σε βιώσιμη κατεύθυνση.

Μεταξύ των άλλων προτάσεων που θα διερευνήσετε στο Συνέδριό σας, για το περιεχόμενο ενός νέου πράσινου συμβολαίου ανάπτυξης, που θα ανταποκρίνεται στις επείγουσες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές περιστάσεις, καταθέτω τις εξής προκαταρκτικές γενικές κατευθύνσεις και σκέψεις, όπως προκύπτουν από το επίπεδο της ανάλυσης πολιτικής οικονομίας η οποία προηγήθηκε:

1. Στην οικονομική συνιστώσα, η ρύθμιση των αγορών και της οικονομίας, η οποία επιβάλλεται, θα πρέπει να αντανακλά την εξισορρόπηση των σκοπών της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής συνιστώσας στη διαμόρφωση της πορείας της οικονομικής ανάπτυξης.
Οι αγορές δεν είναι φυσικοί θεσμοί και επομένως δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνες τους με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Η οικονομική αποτελεσματικότητά τους, που δήθεν εγγυάται την πολιτικά ορθή συμπεριφορά τους, καθορίζεται από μία οικονομική θεωρία που εκλαμβάνει την οικονομική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος, ως τον αποκλειστικό σκοπό της κοινωνικής δραστηριότητας και θεωρεί τη φέρουσα χωρητικότητα του πλανήτη, απεριόριστη. Δηλαδή η έννοια της οικονομικής αποτελεσματικότητας την οποία υπηρετούν, δεν συμπεριλαμβάνει στις συντεταγμένες ορισμού της, ούτε την κοινωνική, ούτε την περιβαλλοντική παράμετρο.
Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας θετικής πολιτικής, που ορίζει κοινωνικές, περιβαλλοντικές και ηθικές συντεταγμένες στις αγορές αποδεχόμενη μείωση του χρηματοοικονομικού κέρδους, δηλαδή του ρυθμού της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι η προώθηση των λεγόμενων κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων, δηλαδή των χρηματοοικονομικών επενδύσεων που πραγματοποιούνται με βάση αυτά τα κριτήρια: διατήρηση και αύξηση της απασχόλησης, σεβασμός περιβάλλοντος και ηθικοί κανόνες διακυβέρνησης. Η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής αγοράς για αυτές τις επενδύσεις, από το 2000, που αναπτύσσεται ήδη ραγδαία και έχει συστήσει τις οργανώσεις της σε παν-ευρωπαϊκή (Eurosif) και σε εθνική κλίμακα (sif’s), υπoδηλώνει την ύπαρξη μακροπρόθεσμων επενδυτών (Τραπεζών, χρηματοοικονομικών οργανισμών, Ασφαλιστικών εταιρειών, Συνταξιοδοτικών Ταμείων, ιδιωτών) που ήδη θεωρούσαν, πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης, ότι ακόμη και τα κέρδη, όταν επιδιώκονται σε μαξιμαλιστική και βραχυπρόθεσμη βάση και από επιχειρηματικές δραστηριότητες που επιβαρύνουν την κοινωνική και περιβαλλοντική συνιστώσα της ανάπτυξης και επομένως δεν είναι βιώσιμες, είναι μακροπρόθεσμα, χρηματοοικονομικά επισφαλή και μη βιώσιμα.

2. Στην περιβαλλοντική συνιστώσα, η αποκατάσταση της φέρουσας χωρητικότητας του πλανήτη η οποία επιβάλλεται, θα πρέπει να προωθηθεί με μια ποιοτικά διαφορετική αντιμετώπιση των ρυπογόνων και επιβλαβών περιβαλλοντικά οικονομικών δραστηριοτήτων, δηλαδή με μία θεώρηση που, σε αντίθεση με την κυρίαρχη, αναγνωρίζει την ενδεχόμενη μη αναστρεψιμότητα των καταστροφών που επιφέρει η οικονομική δραστηριότητα στο περιβάλλον. Μια τέτοια αντιμετώπιση αντιδιαστέλλεται με την κυρίαρχη σήμερα πολιτική επιβολής οικονομικού κόστους σε αυτόν που μολύνει ή εκπέμπει πέρα από τα όρια ρυπογόνα αέρια στο περιβάλλον. Μια τέτοια αντιμετώπιση του προβλήματος, βρίσκεται και στη ρίζα της συγκρότησης του σύγχρονου αναπτυξιακού μοντέλου. Μετατοπίζοντας, η οικονομία της γνώσης, τις βαριές ενεργοβόρες και ρυπογόνες παραγωγικές δραστηριότητες στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν λύνεται το πρόβλημα της υπερθέρμανσης και μόλυνσης του πλανήτη. Αντίθετα, επιβάλλεται μια πολιτική επιβολής ορίων σε αυτές τις δραστηριότητες, όπως αποτυπώνεται και στο περιεχόμενο της μη υπογραφείσας Συνθήκης του Κιότο. Η εκ των υστέρων αντιμετώπιση του προβλήματος, αφενός δεν παίρνει υπόψη της το ενδεχόμενο μη αναστρέψιμης βλάβης και αφετέρου διακρίνει σε δύο κατηγορίες τους φορείς των ρυπογόνων δραστηριοτήτων, επιβάλλοντας οικονομικά κόστη που οι μεν πλούσιοι μπορούν να αντεπεξέλθουν οι δε φτωχοί όχι, υποκρύπτοντας με τον τρόπο αυτό, έναν περιορισμό στην οικονομική τους μεγέθυνση.

3. Στην κοινωνική συνιστώσα, η ανακούφιση της εργασίας η οποία επιβάλλεται, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αφενός με αναπτυξιακές πολιτικές έντασης εργασίας, που μειώνουν την ένταση κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία και δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης, και αφετέρου, με πολιτικές αύξησης του ελεύθερου χρόνου (χωρίς μείωση των αμοιβών), τόσο για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης όσο και την αντιμετώπιση της τεχνολογικής πίεσης που δημιουργούν οι σύγχρονες συνθήκες εργασίας. Η κατάρρευση της παιδείας, της υγείας και του συνταξιοδοτικού συστήματος στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα, οφείλεται στη συρρίκνωση του ρόλου της εργασίας και στην υπέρτατη ανάγκη μόχλευσης των διαθέσιμων οικονομικών πόρων για την αύξηση της έντασης κεφαλαίου, που είναι απαραίτητη για την εδραίωση της Οικονομίας της Γνώσης.
Οι επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία, ενώ ακούγονται εύηχα, στην ουσία αυξάνουν την ένταση κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας και εντάσσονται στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η καρδιά του προβλήματος και, με αυτό καταλήγω.
Η τεχνολογία και αν ακόμη είναι σε θέση να διευρύνει τη φέρουσα χωρητικότητα του πλανήτη, και να καταστήσει έτσι την οικονομική μεγέθυνση απεριόριστη, σήμερα γνωρίζουμε ότι η προσφυγή σε αυτήν, απλά αναβάλλει το πρόβλημα, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την επίλυσή του: αφενός γιατί πολυπλοκοποιεί ακόμη περισσότερο το οικονομικό σύστημα, καθιστώντας έτσι πιο ευάλωτες τις κοινωνικές δομές και την ανάπτυξη (βλ. κρίση) και απαιτώντας την άσκηση ενός ακόμη μεγαλύτερου πολιτικού ελέγχου σε αυτές (βλ. ανάπτυξη κυβερνοσφαίρας και σύγχρονα ΜΜΕ) και αφετέρου, οδηγεί σε λύσεις, που έχουν ολοένα και μεγαλύτερο κόστος.

Δύο ερωτήματα τίθενται αναφορικά με τη βιωσιμότητα αυτού του ρόλου της τεχνολογίας. Η απάντηση σε αυτά καθορίζει και το πρόταγμα της πολιτικής που πρέπει να ακολουθηθεί:
(α) Είναι δυνατόν να εξελίσσεται μακροπρόθεσμα η χρηματοδότηση της τεχνολογικής αλλαγής με ρυθμούς μεγαλύτερους από αυτούς της οικονομικής μεγέθυνσης; Η απάντηση είναι ενδεχόμενα θετική, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι σταδιακά όλοι οι οικονομικοί πόροι, όπως οι πόροι της κοινωνικής πολιτικής και του εισοδήματος της εργασίας θα διατίθενται για την παραγωγή τεχνολογίας.
(β) Και αν ακόμη η μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση της τεχνολογικής αλλαγής είναι εφικτή, είναι επιθυμητή; Με άλλα λόγια, είμαστε διατεθειμένοι να διατηρήσουμε τους ανοδικούς ρυθμούς της οικονομικής μεγέθυνσης που γνωρίσαμε, με αντάλλαγμα τη διαρκή αύξηση των πιέσεων στην κοινωνική και στην περιβαλλοντική συνιστώσα της ανάπτυξης, που σήμερα πλέον καλά γνωρίζουμε, που συνεπάγεται η αδιάκοπη παραγωγή τεχνολογίας;

Read more...

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Βιωσιμότητα, ανάπτυξη και “πράσινος” καπιταλισμός.

"Ο “πράσινος” καπιταλισμός δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη και οριστική λύση στο παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.
Μια βιώσιμη περιβαλλοντικά και κοινωνικά λύση θα έπρεπε να στηριχθεί σε βασικές αρχές της πολιτικής οικολογίας όπως η αλληλεγγύη, η μη βία, η κατά το δυνατόν αμεσότερη δημοκρατία, η αποκέντρωση, η ανάπτυξη του κοινωνικού τομέα της οικονομίας.
Είναι βέβαιο ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων συντονισμού θα απαιτήσει κάποιο είδος σοσιαλιστικής διαχείρισης και ελέγχου της παραγωγής καθώς και κοινωνικής αναδιανομής ενώ δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί —σε πρώτη τουλάχιστον φάση— η δυνατότητα να βρεθεί κάποιος τρόπος να ενσωματωθούν δημιουργικά και στοιχεία του καπιταλισμού όπως η ροπή προς καινοτομία και η δυνατότητα παροχής ποικιλίας αγαθών μέσα όμως από ένα άλλο πλαίσιο κινήτρων.
Η ανάπτυξη στο πλαίσιο αυτό θα αφορά περισσότερο την ανθρώπινη αυτοπραγμάτωση και δευτερευόντως την διεύρυνση της υλικής βάσης (κυρίως των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών του πλανήτη. (...)

Το “πράσινο New Deal” που προτείνουν τα πράσινα κόμματα, παρόλο που εγγράφεται σε μια προοπτική “πράσινου καπιταλισμού”, είναι ίσως μοναδική ευκαιρία ώστε το ξεπέρασμα της κρίσης να συνδυαστεί με μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας που μπορούν να αποτελέσουν βάση για μελλοντικές θετικότερες εξελίξεις".

Διαβάστε όλη την εισήγηση του Δ. Φουτάκη στην Ημερίδα για την Οικονομία των Οικολόγων Πράσινων, στη Θεσσαλονίκη.



Read more...